ΤΟ ΚΥΑΜΟΕΙΔΕΣ ΟΣΤΟ

Πολλοί από εσάς μπορεί να γνωρίζετε ότι υπάρχουν ορισμένοι μύες που δεν τους έχουμε όλοι, π.χ. psoas minor, plantaris, peroneus tertius, palmaris longus, palmaris brevis, sternalis κ.λπ. Υπάρχουν ακόμη και οστά που έχουν μόνο μερικοί άνθρωποι. Ένα παράδειγμα είναι το οστό Fabella, που υπάρχει μόνο στο 1-39% των ανθρώπων. Η λατινική λέξη faba σημαίνει φασόλι και «-ella» είναι λατινική κατάληξη που δηλώνει κάτι μικρό, έτσι fabella σημαίνει ‘‘μικρό φασόλι’’.

 

Το κυαμοειδές οστό είναι ένα σησαμοειδές οστό ωοειδούς σχήματος, το οποίο βρίσκεται στην οπίσθια έξω γωνία της άρθρωσης του γόνατος, στο τενόντιο άκρο της έξω κεφαλής του γαστροκνημίου μυός. Η ονομασία του κυαμοειδούς οστού οφείλεται στο σχήμα του (κύαμος είναι η αρχαία ελληνική λέξη για το κουκί), με αντίστοιχη ονομασία στα λατινικά («fabella»). Eίναι ένα ινοχόνδρινο, ενίοτε οστεοποιημένο, σησαμοειδές οστάριο, ωοειδούς σχήματος, που εντοπίζεται στον εκφυτικό τένοντα της έξω κεφαλής του γαστροκνημίου μυός. Ανευρίσκεται στο 10%-39% στον πληθυσμό και σε ποσοστό 80% αμφοτερόπλευρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι πλήρως οστεοποιημένο, σε κάποιες υπάρχει μόνο το χόνδρινο πρότυπο, ενώ στις υπόλοιπες εκλείπει.
Σε απεικονιστικές μελέτες, η παρουσία του κυαμοειδούς οστού δεν φαίνεται να επηρεάζεται από το φύλο στον γενικό πληθυσμό. Η οπίσθια επιφάνεια του κυαμοειδούς οστού αποτελεί προσφυτικό πεδίο του κυαμοπερονιαίου συνδέσμου, ο οποίος το συνδέει με την στυλοειδή απόφυση της κεφαλής της περόνης. Πολύ σπάνια, παρόμοιο οστάριο υπάρχει και στον τένοντα της έσω κεφαλής του γαστροκνημίου μυός. Η κατασκευή του κυαμοειδούς οστού είναι παρόμοια με αυτήν της επιγονατίδας, δηλαδή συνίσταται από μία στοιβάδα συμπαγούς οστέινης ουσίας, που περιβάλλει πυκνής σύστασης σπογγώδη οστέινη ουσία. Στην αρθρική επιφάνεια του έξω μηριαίου κονδύλου συχνά παρατηρείται εντύπωμα, που προκαλείται από την παρουσία του οσταρίου.

Τα σησαμοειδή οστά σχηματίζονται στην πορεία τενόντων, στην θέση χόνδρινων πρότυπων και η εμφάνισή τους καθορίζεται από γενετικούς παράγοντες, καθώς και από τις φορτίσεις, τις οποίες δέχονται συγκεκριμένα σημεία του μυοσκελετικού συστήματος και την αντίστοιχη μυϊκή δραστηριότητα.

Η παρουσία και η οστεοποίηση του κυαμοειδούς οστού διαφέρουν στατιστικά στις διάφορες μελέτες. Το κυαμοειδές οστό έχει συσχετιστεί με παθολογικές καταστάσεις (αυξημένη πιθανότητα οστεοαρθρίτιδας) και άλγος στην περιοχή της οπίσθιας έξω γωνίας του γόνατος. Ελάχιστες ανατομικές μελέτες, ειδικά αυτές που αφορούν το δυτικό πληθυσμό, έχουν περιγράψει την ανατομία και τις σχέσεις του κυαμοειδούς οστού με παρακείμενες ανατομικές δομές, ενώ οι απεικονιστικές μελέτες συνήθως περιγράφουν κλινικές περιπτώσεις ή την συσχέτιση με παθολογικές καταστάσεις, όπως η παρουσία άλγους μετά την ολική αρθροπλαστική γόνατος.
Ο σύνδεσμος που εκτείνεται από το κυαμοειδές έως την κεφαλή της περόνης ονομάζεται κυαμοπερονιαίος σύνδεσμος («fabellofibular ligament»). Σε ορισμένες περιπτώσεις ο κυαμοπερονιαίος σύνδεσμος έχει χαρακτηρισθεί σαν «η κάθετη συνιστώσα του τοξοειδούς», ενώ σε άλλες έχει χαρακτηρισθεί σαν «βραχύς πλάγιος σύνδεσμος» ή «βραχύς έξω σύνδεσμος». Σε ορισμένες πρόσφατες μελέτες του αποδίδεται και η ονομασία «γαστροκνημιοπερονιαίος σύνδεσμος» («gastrocnemiofibular ligament»).

Ο κυαμοπερονιαίος σύνδεσμος είναι μία ινώδης χορδή, που εκφύεται από στυλοειδή απόφυση της κεφαλής της περόνης, πίσω από την πρόσφυση του έξω πλαγίου συνδέσμου. Στη συνέχεια φέρεται προς τα άνω, κατακόρυφα και σχεδόν παράλληλα με την πορεία του έξω πλαγίου συνδέσμου, προς την οπίσθια κάτω επιφάνεια του κυαμοειδούς οστού, όπου και προσφύεται. Επί απουσίας κυαμοειδούς οστού, προσφύεται στις εν τω βάθει ίνες του εκφυτικού τένοντα της κεφαλής του ιγνυακού μυός. Μία δέσμη ινών του συνδέσμου διαχωρίζεται από το κυρίως σώμα του και εισέρχεται στην έξω επιφάνεια του έξω μηνίσκου. Ο κυαμοπερονιαίος σύνδεσμος στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελείται από διακριτή δέσμη συνδεσμικών ινών, ενώ σε άλλες δεν είναι δυνατή η διάκριση των ορίων του, ή ακόμη και η παρουσία του, κυρίως λόγω της στενής ανατομικής σχέσης του με παρακείμενες συνδεσμικές δομές.

Ο κυαμοπερονιαίος σύνδεσμος αποτελεί μια σταθερή και διακριτή ανατομική δομή της περιοχής. Το εγγύς του άκρο προσφύεται στο κυαμοειδές οστό και το περιφερικό του άκρο στην στυλοειδή απόφυση της κεφαλής της περόνης. Στην κλινική πράξη σπάνια αναφέρεται ως μεμονωμένη ανατομική δομή και προσεγγίζεται συνήθως ως τμήμα του συμπλέγματος της οπίσθιας έξω γωνίας του γόνατος.

Η ανατομία της οπίσθιας γωνίας του γόνατος περιλαμβάνει ένα σύμπλεγμα από στατικές (σύνδεσμοι) και δυναμικές σταθεροποιητικές δομές (μύες, τένοντες). Η πολυπλοκότητα της ανατομίας της περιοχής οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις μεταβολές, κατά την εξελικτική πορεία, της ανατομικής σχέσης μεταξύ της κεφαλής της περόνης, του τένοντα του ιγνυακού και του δικέφαλου μηριαίου μυός.
Αν και η λειτουργία των συνδέσμων είναι σχετικά περίπλοκή, η βασική τους δράση είναι περιοριστική, κατά την κίνηση της άρθρωσης. Οι ανατομικές δομές της οπίσθιας γωνίας του γόνατος κατατάσσονται σε τρεις στοιβάδες. Η περιτονία της έξω πλευράς της άρθρωσης του γόνατος, εκτείνεται έως την κεφαλή της περόνης, παρουσιάζοντας ανομοιογένεια στο πάχος και την περιεκτικότητα σε λιπώδη και συνδετικό ιστό.

Οι εν τω βάθει ανατομικές δομές της οπίσθιας έξω γωνίας της άρθρωσης του γόνατος παρουσιάζουν παραλλαγές στην μορφολογία, ενώ ορισμένες χαρακτηρίζονται από ασταθή παρουσία. Στις ανατομικές δομές της οπίσθιας έξω γωνίας του γόνατος περιλαμβάνονται ο έξω πλάγιος σύνδεσμος, ο τοξοειδής ιγνυακός σύνδεσμος, ο κυαμοπερονιαίος σύνδεσμος, καθώς και το ιγνυακό σύμπλεγμα, που αποτελείται από τον ομώνυμο μυ και τους τένοντες των εκφυτικών κεφαλών του, τον περονοϊγνυακό σύνδεσμο, τον μηνισκοπερονιαίο σύνδεσμο και τις μηνισκοϊγνυακές δεσμίδες.

Η αρτηρία που χορηγεί κλάδους για την οπίσθια έξω γωνία του γόνατος είναι η κάτω έξω αρθρική αρτηρία του γόνατος. Η αρτηρία αυτή είναι κλάδος της ιγνυακής και φέρεται εγκάρσια, μεταξύ των ινών του κυαμοπερονιαίου και του τοξοειδούς ιγνυακού συνδέσμου.

 

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ:

Κακώσεις της οπίσθιας έξω γωνίας του γόνατος.
Η οπίσθια έξω γωνία του γόνατος έχει χαρακτηριστεί η «σκοτεινή πλευρά» («dark side») της άρθρωσης, λόγω της πολυπλοκότητας των ανατομικών δομών της, αλλά και της σύγχυσης, που έχει προκαλέσει η ονοματολογία τους στην βιβλιογραφία. Η οπίσθια έξω γωνία του γόνατος, με την περίπλοκη ανατομική της, που περιλαμβάνει μυϊκά στοιχεία, τένοντες και συνδέσμους, είναι σημαντική για την σταθεροποίηση της άρθρωσης.

Αν σχετικά σπάνιες, οι κακώσεις της οπίσθιας έξω γωνίας του γόνατος μπορεί να έχουν σημαντικές συνέπειες, που περιλαμβάνουν βλάβες του αρθρικού χόνδρου, δυσχέρεια στην αποκατάσταση συνδεσμικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και του οπίσθιου χιαστού συνδέσμου, καθώς και χρόνια αστάθεια της άρθρωσης.
Οι μεμονωμένες κακώσεις της οπίσθιας έξω γωνίας του γόνατος συμβαίνουν συνήθως κατά την άμεση πλήξη της πρόσθιας επιφάνειας της κνήμης, με την άρθρωση του γόνατος σε πλήρη έκταση. Λιγότερο συχνοί μηχανισμοί περιλαμβάνουν στροφικές κακώσεις, με την άρθρωση σε υπερέκταση.

Επιπλέον, οι κακώσεις των χιαστών συνδέσμων συχνά αποκρύπτουν την συμπτωματολογία των στοιχείων της οπίσθιας έξω γωνίας του γόνατος, λόγω της κλινικής τους εικόνας.

Η διάγνωση, εκτός από την κλινική εξέταση, βασίζεται και στην απεικόνιση, μέσω της μαγνητικής τομογραφίας. Στις περιπτώσεις που δεν καθίσταται δυνατή η απεικόνιση του ανατομικών στοιχείων της περιοχής, εκτιμώνται τα συνοδά απεικονιστικά ευρήματα, όπως η αιμορραγία και το συνοδό οίδημα των μαλακών μορίων.

Σύνδρομο του κυαμοειδούς οστού.
Η παρουσία κυαμοειδούς οστού αποτελεί πιθανό αίτιο άλγους στην άρθρωση του γόνατος, αν και η κλινική σημασία του παραμένει γενικά αδιευκρίνιστη. Το σύνδρομο του κυαμοειδούς οστού ή χονδρομαλάκυνση του κυαμοειδούς (fabella chondromalacia) έχει αναφερθεί σε ασθενείς εφηβικής ηλικίας, με χαρακτηριστικό διαλείπον άλγος στην οπίσθια έξω επιφάνεια του γόνατος, εντεινόμενο κατά την έκταση της άρθρωσης. Στην απεικόνιση με μαγνητική τομογραφία, παρατηρούνται μόλις υποσημαινόμενες οστεοχόνδρινες αλλοιώσεις. Ύφεση των συμπτωμάτων αναφέρθηκε, σε κάποιες περιπτώσεις, μετά την χειρουργική αφαίρεση του κυαμοειδούς οστού.

Άλλες κλινικές καταστάσεις σχετιζόμενες με το κυαμοειδές οστό.
Οστεοαρθρίτιδα, πρωτοπαθής και δευτεροπαθής είναι δυνατόν να προκαλεί άλγος στην περιοχή. Στην περίπτωση αυτή παρατηρείται διαφοροποίηση στο σχήμα του οσταρίου, αύξηση του μεγέθους του και σχηματισμός ψευδάρθρωσης με τον έξω μηριαίο κόνδυλο. Τα απεικονιστικά ευρήματα περιλαμβάνουν υποχόνδρινες αλλοιώσεις και οστικό οίδημα.

Σε ελάχιστες περιπτώσεις έχει αναφερθεί εστιακή εκφύλιση του κυαμοειδούς οστού, με απεικονιστικά ευρήματα αλλοιώσεις στον αρθρικό χόνδρο του έξω μηριαίου κονδύλου, καθώς και υποχόνδρινες αλλοιώσεις. Σε προχωρημένες περιπτώσεις ο χόνδρος του κυαμοειδούς οστού παρουσιάζει λέπτυνση και σκλήρυνση, οπότε η οστική στοιβάδα του οσταρίου έρχεται σε σχέση με την επιφάνεια του μηριαίου κονδύλου, προκαλώντας άτυπο άλγος στην περιοχή.

Μεμονωμένες κακώσεις του κυαμοπερονιαίου συνδέσμου είναι εξαιρετικά σπάνιες. Συνήθως συμβαίνουν κατά την κάκωση της περιοχής, με την άρθρωση του γόνατος σε έκταση. Η παθολογία του συνδέσμου περιλαμβάνει αποκόλληση από την κεφαλή της περόνης, διάταση, καθώς και μερική ή ολική ρήξη.

Τέλος, έχουν δημοσιευτεί ελάχιστες κλινικές περιπτώσεις κατάγματος του κυαμοειδούς οστού.