ΑΝΑΤΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΩΝ 2 ΦΥΛΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΙΟΜΕΤΡΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ

Η πλειομετρική μέθοδος προπόνησης είναι μία μέθοδος προπόνησης που περιλαμβάνει ασκήσεις στις οποίες παρατηρείται η διάταση των μυών πριν από κάθε σύσπαση τους. Αυτή η προπόνηση επικεντρώνεται στην εκμάθηση της μετάβασης από την διαστολή (διάταση) των μυών σε μια συστολή (βράχυνση) με γρήγορο ή “εκρηκτικό” τρόπο, όπως σε εξειδικευμένα επαναλαμβανόμενα άλματα. Οι κινήσεις είναι δομημένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να αξιοποιούνται όλα τα χαρακτηριστικά των μυών που συμμετέχουν στην διάταση και την επαναφορά (μυοτατικό και εκτατικό αντανακλαστικό)(Adams, O’Shea, O’Shea & Climstein, 1992).

Η ικανότητα του νευρομυϊκού και μυοσκελετικού μας συστήματος να παράγει ισχύ σε συγκεκριμένες ταχύτητες και συγκεκριμένες κατευθύνσεις, φαίνεται να διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο σε πολλά αθλήματα που περιλαμβάνουν κινήσεις όπως τρέξιμο (και σπριντ), άλματα και ρίψεις.

Πλειομετρικές ονομάζονται οι ασκήσεις, κατά τις οποίες το μυϊκό σύστημα περνά διαδοχικά από την έκκεντρη φάση στην σύγκεντρη (δηλαδή σταδιακή αύξηση του μήκους των μυών όπως του τετρακέφαλου και του γαστροκνήμιου σε ένα άλμα, και στην συνέχεια σύσπαση και μείωση του μήκους τους). Τυπικά, περιλαμβάνονται επαναλαμβανόμενες κινήσεις εκτελεσμένες σε υψηλή ένταση όπως, συνεχόμενα αλματάκια σε box, skipping, αναπηδήσεις στο ένα πόδι, jumping jacks κ.ά..

Η πλειομετρική προπόνηση περιγράφεται στην βιβλιογραφία ως κύκλος διάτασης- βράχυνσης. Πλειομετρικές ασκήσεις μπορούν να θεωρηθούν όλες αυτές που έχουν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο κυκλικής κίνησης.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αποσαφηνιστεί και να διαφοροποιηθεί η ονομασία της πλειομετρικής προπόνησης από τον ομώνυμο τύπο μυϊκής σύσπασης (έκκεντρη ή πλειομετρική) καθώς είναι δύο διαφορετικά αντικείμενα. Ο λόγος που μια άσκηση με χαρακτηριστικό τον κύκλο διάτασης- βράχυνσης ονομάζεται έτσι, είναι εξαιτίας της διεθνούς βιβλιογραφίας, στην οποία αναφέρεται ως Plyometrics ενώ ο τύπος μυϊκής σύσπασης ως eccentric phase.

Η βελτίωση του άλματος, της ταχύτητας, της νευρομυϊκής συναρμογής καθώς και της δρομικής οικονομίας είναι μερικά από τα αδιαμφισβήτητα οφέλη των πλειομετρικών ασκήσεων. Συγκεκριμένα, σε μετα- αναλύσεις ερευνών, ύστερα από εξάσκηση πλειομετρικών ασκήσεων στο προπονητικό πλάνο, το κάθετο άλμα των αθλητών παρουσίασε μια αύξηση 3.9cm κατά μέσο όρο. Μικρότερο αντίκτυπο είχε στην επίδοση των sprint (0.32- 0.29 δέκατα του δευτερολέπτου). Τέλος, στα τεστ ευκινησίας (T test και Illinoistest) οι πλειομετρικές ασκήσεις συνέβαλλαν σε 0,87 και 0,99 δευτερόλεπτα πτώση του χρόνου εκτέλεσης αντίστοιχα. Σύμφωνα μάλιστα με την ανασκοπική μελέτη των Healy και Kenny (2021) βρέθηκε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι από το ασκησιολόγιο elite προπονητών, αθλητών ταχύτητας.

Υπάρχουν πολλές μέθοδοι πρόληψης και αντιμετώπισης της οστεοπόρωσης και μία από τις δημοφιλέστερες είναι η στοχευμένη άσκηση για βελτιστοποίηση της οστικής πυκνότητας, κυρίως κατά την παιδική ηλικία. Η μέγιστη τιμή της οστικής πυκνότητας, και η τιμή αυτής στο τέλος της σκελετικής ωρίμανσης, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον κίνδυνο εμφάνισης οστεοπωροτικών καταγμάτων. Οι περισσότερες μελέτες επισημαίνουν πως η καλύτερη ηλικιακή φάση που ανταποκρίνεται το σκελετικό σύστημα από την άσκηση είναι το προεφηβικό στάδιο, έναντι του εφηβικού. Συγκεκριμένα, αυτό το στάδιο στα αγόρια, είναι στην ηλικία 12-14 ετών.

Υπολογίζεται πως μια μικρή αύξηση της οστικής πυκνότητας 3-5%, είναι ικανή να αποτρέψει 20-30% περισσότερες φορές μελλοντικά κατάγματα.

 

Εδώ και αρκετά χρόνια, οι αθλητικοί επιστήμονες και οι προπονητές φυσικής κατάστασης, προσπαθούν να βρουν την κατάλληλη «δοσολογία» άσκησης για τα μέγιστα δυνατά οφέλη στην απόδοση των αθλητών τους.

Η πλειομετρική προπόνηση και οι ασκήσεις αυτής θα πρέπει να συμβαδίζουν με τον όγκο προπόνησης, την ένταση, συχνότητα, την επιβάρυνση και την φάση που βρίσκεται ο κάθε αθλητής, ώστε όλα μαζί να συνθέτουν το κατάλληλο προπονητικά πρωτόκολλο.

Το κύριο χαρακτηριστικό της πλειομετρικής προπόνησης είναι η μυϊκή κόπωση που επιφέρει και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να διαρκέσει για μέρες μετά την προπόνηση.

Έχουν καταγραφεί ποσοστά πτώσης από 8-20% σε επιδόσεις στο κάθετο άλμα και το άλμα από κάθισμα, 72 ώρες μετά την προπόνηση πλειομετρικού χαρακτήρα!

Γεγονός που δείχνει το πόσο επιβαρύνεται το μυϊκό και το νευρικό σύστημα.

Επιπλέον, δείκτες μυϊκής καταστροφής και φλεγμονών, όπως κρεατινική κινάση (CK), συγκέντρωση γαλακτικού οξέος στο αίμα και DOMS, παρουσιάζουν αύξηση ύστερα από πλειομετρικές ασκήσεις (κορύφωση των τιμών στις 48ώρες μετά από την προπόνηση και διατήρηση μέχρι και το πέρας των 72ωρών).

Σημαντική αντένδειξη αποτελούν καταστάσεις προχωρημένης φθοράς στον αρθρικό χόνδρο αρθρώσεων. Είτε όταν υπάρχει ήδη και επιβαρυνθεί επιπλέον, είτε όταν έχει προηγηθεί τραυματισμός με βλάβη (πχ των μηνίσκων-αφαίρεση τμήματος) και θέλουμε να προλάβουμε δυσάρεστες καταστάσεις πριν συμβούν (πχ αρθρίτιδα). Επίσης επειδή εξαρτώνται από το σωματικό βάρος, προτείνεται να βρισκόμαστε στα φυσιολογικά όρια αν σκεφτόμαστε να τις εκτελέσουμε. Σε κάθε περίπτωση είναι χρήσιμη η επικοιωνία με τον ιατρό και τον γυμναστή μας. Τα οφέλη που προσδίδουν δεν είναι πάντα απαραίτητα σε έναν μέσο ασκούμενο και το ρίσκο τραυματισμού αυξημένο, ειδικά αν δεν ακολουθείται κατάλληλο πρωτόκολλο.

Ιδανικά κάποιος ξεκινάει από τις πιο εύκολές ασκήσεις (και χαμηλότερης επιβάρυνσης) και σταδιακά πηγαίνει σε ασκήσεις υψηλότερης δυσκολίας. Μία πολύ ωραία μελέτη του Suchomel (2020) έδειξε ότι για να είμαστε πιο ασφαλείς από τραυματισμούς θα πρέπει να διαθέτουμε συγκεκριμένες τιμές δύναμης (πχ μέγιστα κιλά σε κάθισμα) για να επιλέξουμε δυσκολότερες ασκήσεις. Για παράδειγμα πρότειναν ότι για να αξιοποιηθούν, σαν άσκηση, τα άλματα βάθους, πρέπει κάποιος να μπορεί να σηκώνει 1,5-2 φορές το σωματικό του βάρος σε κάθισμα.

 

Οι γυναίκες πρέπει να κάνουν λιγότερες πλειομετρικές ασκήσεις!

Τα γυναικεία σώματα χρησιμοποιούν λιγότερο από τον κύκλο διάτασης-βράγχυνσης όταν πρόκειται για ασκήσεις για το άνω μέρος του σώματος, γεγονός που τα καθιστά λιγότερο αποτελεσματικά, πιο αργά και πιθανώς περισσότερο σε κίνδυνο τραυματισμού από εκρηκτικές πλειομετρικές ασκήσεις.

Ο κύκλος διάτασης-βράγχυνσης είναι πιο έντονος στους άνδρες. Σε αρκετές μελέτες, οι άνδρες επέδειξαν μεγαλύτερη σχετική δύναμη (ισχύ) που σχετίζεται με τον κύκλο διάτασης-βράγχυνσης τόσο στις κινήσεις-ασκήσεις του κάτω όσο και του άνω μέρους του σώματος.

Εν ολίγοις, οι γυναίκες γενικά είναι προτιμότερο να κάνουν λιγότερο πλειομετρικό όγκο προπόνησης από τους άνδρες. Ένας απλός τρόπος για να το εφαρμόσετε σε προκαθορισμένα προγράμματα προπόνησης είναι οι γυναίκες να κάνουν ένα σετ λιγότερο από ότι οι άντρες σε ασκήσεις αλμάτων, αναπηδήσεων, bounding, hopping  ή εκρηκτικών άρσεων στο πάνω μέρος του σώματος.

Αυτό λειτουργεί καλά επειδή ο γυναικείος οργανισμός ως γνωστό μπορεί να διαχειριστούν περισσότερα σετ/επαναλήψεις προπόνησης ενδυνάμωσης!

Ο γυναικείος οργανισμός μπορεί να (δια)χειριστεί περισσότερο όγκο προπόνησης ενδυνάμωσης και να αναρρώσει πιο γρήγορα σε σχέση με τον αντρικό όπου (δια)χειρίζεται καλύτερα-ευκολότερα ένα επιπλέον σετ εκρηκτικών πλειομετρικών ασκήσεων.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΤΟΜΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ

1. Η ευθυγράμμιση του κάτω άκρου στις γυναίκες – μεγαλύτερη διάμετρος λεκάνης, αυξημένη βλαισότητα γόνατος, υψηλότερη τιμή της γωνίας Q – και η διατήρησή της μετά από τραυματισμό, αναφέρεται συχνά στη διεθνή αρθρογραφία, ωστόσο, ελάχιστες ερευνητικές εργασίες υποστηρίζουν σαφή σχέση μεταξύ των δύο αυτών γεγονότων.

 

2. Μια άλλη άποψη η οποία επικρατεί είναι ότι, οι γυναίκες έχουν αυξημένη ελαστικότητα συνδέσμων. Όμως, οι Daniel et al (1983) και Weesner et al (1986), μετρώντας με αρθρόμετρο τους συνδέσμους του γόνατος, έδειξαν ότι δεν υπάρχει διαφορά ελαστικότητας των συνδέσμων η οποία να σχετίζεται με το φύλο ή με την ηλικία.

Ο Nicholas (1970), σε μελέτη του υποστηρίζει ότι οι ποδοσφαιριστές με χαλαρές αρθρώσεις είναι πιο επιρρεπείς στις κακώσεις γόνατος. Ανάλογες μελέτες άλλων ερευνητών, δεν αναφέρουν σαφή σχέση μεταξύ του βαθμού αστάθειας των αρθρώσεων και της συχνότητας τραυματισμού τους.

Κάποια ιδιαίτερη επίδραση των γυναικείων ορμονών στους μαλακούς ιστούς μπορεί να συνεισφέρει στην αστάθεια των αρθρώσεων, ωστόσο , η σχέση αυτή και η πιθανή συσχέτιση με τραυματισμούς δεν είναι σαφώς διευκρινισμένη και απαιτεί επιπλέον έρευνα.

 

3. Σε μια επιδημιολογική μελέτη του 1995 αναφέρεται ότι οι τραυματισμοί του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου είναι πιο συχνοί στις γυναίκες, ειδικά σε όσες συμμετέχουν σε αθλήματα με άλματα και στροφές.

Η αιτιολογία δεν είναι σαφής, ωστόσο υπάρχουν διάφορες απόψεις πάνω στο θέμα, όπως:

α) άμεσοι ανατομικοί παράγοντες: μήκος και ελαστικότητα του συνδέσμου, προσανατολισμός της διακονδύλιας εντομής, ευθυγράμμιση κάτω άκρου και

β) έμμεσοι παράγοντες και συνθήκες, δηλαδή: το επίπεδο δραστηριότητας, η εμπειρία, η μυϊκή δύναμη και ο συντονισμός των κινήσεων, καθώς και οι τριβές που αναπτύσσονται μεταξύ υποδήματος και εδάφους.

Μια προοπτική μελέτη σε 2 εθνικές κολεγιακές ομάδες Α κατηγορίας γυναικών έδειξε ότι ο κίνδυνος τραυματισμού του προσθίου χιαστού, χωρίς επαφή, μειώνεται με τροποποίηση των τεχνικών των αγωνισμάτων, όσο αφορά στους 3 πιο κοινούς μηχανισμούς κάκωσης: στάση-εναλλαγή, προσγείωση με τα γόνατα σε έκταση, one-step stop.

Αυτές οι κινήσεις αντικαθίστανται με τις ακόλουθες: ολόκληρη στροφή, προσγείωση με τα γόνατα σε κάμψη, 3 βήματα – σταμάτημα. Υπήρξε σημαντική μείωση των τραυματισμών του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου όταν έγινε τροποποίηση των τεχνικών.

Η άποψη «του εξαρτώμενου από τον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο γόνατο» υποστηρίχθηκε ως μια από τις κύριες αιτίες αυξημένου ποσοστού κακώσεων του εν λόγω συνδέσμου. Αυτό σημαίνει ότι, η πρόσθια ολίσθηση της κνήμης είναι αυξημένη αλλά δεν συνυπάρχει παθολογική στροφής της (pivot shift).

Επιπλέον, παρατηρείται τυπική υπερέκταση του γόνατος. Πράγματι, αν συμβεί ρήξη προσθίου χιαστού συνδέσμου σε ένα τέτοιο γόνατο τότε, το γεγονός αποτελεί πρόκληση για το αν θα πρέπει να ακολουθηθεί συντηρητική ή χειρουργική αγωγή.

Σε μια πρόσφατη αξιόλογη μελέτη, εκτιμήθηκαν 60 άντρες αθλητές, 40 γυναίκες αθλήτριες καθώς και 40 άτομα ως ομάδα ελέγχου, όσο αφορά την πρόσθια ολίσθηση της κνήμης. Όσοι ασχολούνταν με τον αθλητισμό και είχαν υποστεί τραυματισμό στο γόνατο εξετάστηκαν επιπλέον στη μυϊκή δύναμη του κάτω άκρου, στην αντοχή, στο χρόνο αντίδρασης και στη μυϊκή συνεργασία.

Οι γυναίκες αθλήτριες παρουσίαζαν μεγαλύτερη χαλάρωση της άρθρωσης του γόνατος και σημαντικά μειωμένη μυϊκή δύναμη, από ότι οι άντρες αθλητές. Επιπλέον, στις δοκιμασίες με ισοκινητικό δυναμόμετρο, οι γυναίκες είχαν σαφώς υψηλότερη μέγιστη ροπή των ισχιοκνημιαίων μυών.

Ωστόσο, απαιτείται μεγαλύτερο στατιστικό δείγμα για να καταλήξει κανείς με σιγουριά στο συμπέρασμα ότι ο τραυματισμός του προσθίου χιαστού συνδέσμου αφορά κυρίως παράγοντες σε σχέση με το φύλο παρά με το άθλημα (Εικ.4).

Ενώ η αιτιολογία των τραυματισμών του προσθίου χιαστού συνδέσμου δεν είναι επαρκώς διευκρινισμένη, οι γενικές αρχές πρόληψης ρήξης του συνδέσμου είναι οι ακόλουθες:

  1. Ειδική προπονητική αντιμετώπιση ανά άθλημα, για να αποφευχθεί ο τραυματισμός.
  2. Ειδική προπόνηση για αθλήματα τα οποία απαιτούν άλματα και απότομες αλλαγές κατεύθυνσης.
  3. Ικανοποιητικό επίπεδο ικανοτήτων από τους αθλητές και τις αθλήτριες, καθώς επίσης και ευγενική άμιλλα.

Η αποκατάσταση τραυματισμού του προσθίου χιαστού συνδέσμου δεν θα πρέπει να διαφοροποιείται με βάση το φύλο του ασθενούς. Η συντηρητική έναντι της χειρουργικής θεραπείας πρέπει να αποφασίζεται μετά από εκτενή συζήτηση με τον ασθενή, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, το επάγγελμα, το επίπεδο των αθλητικών δραστηριοτήτων και τον τρόπο ζωής του.

Η συζήτηση αυτή καθώς και οι ιδιαιτερότητες του τραυματισμού θα οδηγήσουν στην απόφαση για χειρουργική ή συντηρητική αποκατάσταση του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου.

 

4. Οι κακώσεις της Επιγονατιδομηριαίας άρθρωσης (Ε/Μ άρθρωση) είναι συχνότερες στις γυναίκες παρά στους άντρες. Ο όρος είναι γενικός και αφορά τα σύνδρομα του εκτατικού μηχανισμού -τετρακέφαλος, επιγονατίδα και επιγονατιδικός τένοντας – και τους πέριξ μαλακούς ιστούς.

Είναι χρήσιμο να διακρίνουμε την αστάθεια της επιγονατίδας από το σύνδρομο του Ε/Μ πόνου, η οποία μπορεί να υφίσταται με ή χωρίς ακτινολογική εντόπιση πλημμελούς ευθυγράμμισης.

 

5. Η αστάθεια της επιγονατίδας. Η επιγονατίδα χαρακτηρίζεται ως ασταθής όταν μετατοπίζεται εύκολα προς τα έσω ή προς τα έξω εξαιτίας ενδογενών ή εξωτερικών δυνάμεων, ανεξάρτητα από το αν η θέση της σε σχέση με τη μηριαία τροχιλία είναι ομαλή ή όχι.

Τυπικά, η μετατόπιση της επιγονατίδας επέρχεται μετά από τραυματισμό και συνοδεύεται από οξύ ύγραρθρο. Ένα εξάρθρημα της επιγονατίδας χωρίς οξύ οίδημα πιθανόν οδηγεί σε διάγνωση χρόνιας αστάθειας.

Οι ιστοί είναι τόσο χαλαροί ώστε, καθώς η επιγονατίδα κινείται εντός και εκτός της τροχιλίας κατά την κάμψη και έκταση του γόνατος προκαλεί με την υπέρμετρη κίνησή της συνεχή τραυματισμό στους μαλακούς ιστούς.

Η αστάθεια μπορεί να οφείλεται σε:
  1. ανατομική δυσπλασία, για παράδειγμα συγγενής υποπλασία του έξω μηριαίου κονδύλου
  2. χαλάρωση των μαλακών ιστών – συνδέσμων – λόγω επαναλαμβανόμενου ερεθισμού τους.
  3. σύνδρομο Ehlers-Danlos.

Μια μελέτη η οποία βρίσκει πολλούς υποστηρικτές, έδειξε ότι τα εξαρθρήματα της επιγονατίδας είναι πιο συχνά στις γυναίκες παρά στους άντρες. Πολλές άλλες μελέτες όμως, πάνω στο ίδιο αντικείμενο, αποφαίνονται ότι οι άντρες είναι πιο επιρρεπείς σε αυτού του είδους τραυματισμό.

Είναι, ωστόσο, δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς με σιγουριά αυτά τα στοιχεία γιατί οι περισσότερες έρευνες έγιναν σε περιόδους κατά τις οποίες η πλειονότητα των αθλητών ήταν άντρες, κάτι που σήμερα δεν ισχύει.

Επιπλέον, αυτές οι μελέτες δεν κατατάσσουν τα εξαρθρήματα με βάση το βαθμό ρήξης των μαλακών μορίων και των συνδέσμων ή με βάση την οστεολογία των ασθενών καθώς και με άλλα προγνωστικά κριτήρια.

Απαιτείται περαιτέρω έρευνα για το κατά πόσο διαδραματίζουν ρόλο στη συχνότητα εμφάνισης των εξαρθρημάτων της επιγονατίδας παράγοντες όπως το φύλο και ανατομικοί παράγοντες – αυξημένη τιμή γωνίας Q, υποπλασία έσω λοξού πλατύ μυός, παθολογική στροφή και υπερέκταση κνήμης.

 

6. Το σύνδρομο Επιγονατιδομηριαίου πόνου (Ε/Μ πόνος) χαρακτηρίζεται από πόνο στην Ε/Μ άρθρωση χωρίς επεισόδια αστάθειας. Ο πόνοςμπορεί να συνοδεύεται με πλημμελή τροχοδρόμηση της επιγονατίδας, όπως αυτή φαίνεται στις απλές αξονικές ακτινογραφίες. Η πλημμελής τροχοδρόμηση είναι η μη φυσιολογική σχέση μεταξύ της επιγονατίδας και της μηριαίας τροχιλίας, η οποία συνεπάγεται ανώμαλα φορτία στην Ε/Μ άρθρωση και πόνο.

Τα σύνδρομα πλημμελούς ευθυγράμμισης της επιγονατίδας διακρίνονται πολύ καλά στις απλές αξονικές ακτινογραφίες. Στις ακτινογραφίες αυτές μπορεί να διαπιστώσει ο κλινικός γιατρός για το αν η επιγονατίδα είναι φυσιολογική, υπεξαρθρώνεται ή εμφανίζει κλίση (tilt) προς τα έξω.

Το υπεξάρθρημα αφορά χρόνια πλημμελή τροχοδρόμηση της επιγονατίδας από την κεντρική της θέση εντός της τροχιλίας χωρίς εμφανές εξάρθρημα. Ενώ ο ακτινολογικός έλεγχος βοηθά σημαντικά , η πλειονότητα των περιστατικών με σύνδρομο Ε/Μ πόνου δεν υπάγεται στην κατηγορία πλημμελούς ευθυγράμμισης της επιγονατίδας ίσως επειδή το φάσμα της τροχοδρόμησης της επιγονατίδας δεν είναι πλήρως κατανοητό.

Η έλλειψη πλήρους κατανόησης της σχέσης επιγονατίδας-τροχιλίας, σε ενεργητικό εύρος κίνησης, δείχνει ότι το σύνδρομο Ε/Μ πόνου χωρίς ακτινολογικά ευρήματα μπορεί να υποκρύπτει ήπια προβλήματα ευθυγράμμισης, τα οποία δεν διακρίνονται με τις μέχρι σήμερα διαθέσιμες απεικονιστικές μεθόδους. Έτσι, ο Ε/Μ πόνος αυτού του είδους είναι η πιο δύσκολη κατηγορία του συνδρόμου όσο αφορά στη θεραπεία του.

Ο Ε/Μ πόνος συχνά σχετίζεται με πλημμελή ευθυγράμμιση όλου του κάτω άκρου, όπως:

  1. Αυξημένη πρόσθια κλίση του αυχένα του μηριαίου(anteversion),
  2. Αυξημένη έσω στροφή κνήμης ,
  3. Ραιβότητα ή βλαισότητα γόνατος (varus-valgus),
  4. Πλατυποδία, υπερβολική ανάσπαση έξω χείλους άκρου ποδός.

Τα παραπάνω μπορεί να συνοδεύονται με αυξημένη τιμή γωνίας Q, υψηλή θέση της επιγονατίδας, γενικευμένη συνδεσμική χαλάρωση. Φαίνεται ότι τα παραπάνω προβλήματα είναι πιο συχνά στις γυναίκες χωρίς ωστόσο να υπάρχουν συνολικά συγκριτικά στοιχεία.

 

7. Στην άρθρωση του ώμου αναφέρονται συχνά τραυματισμοί λόγω υπέρχρησής της σε κινήσεις κάμψης ή απαγωγής πάνω από το ύψος του κεφαλιού. Πιστεύεται ότι οι κολυμβήτριες επειδή έχουν μικρότερο ύψος από τους άνδρες καθώς και μικρότερο μήκος άνω άκρου, χρειάζεται να καταβάλουν μεγαλύτερη προσπάθεια για να διανύσουν την ίδια απόσταση στην πισίνα.

Συνεπώς, οι κολυμβήτριες καταπονούν περισσότερο το μυϊκό τους σύστημα και την άρθρωση του ώμου. Επιπλέον, οι γυναίκες δεν γυμνάζουν όσο θα έπρεπε το μυϊκό σύστημα των άνω άκρων.

Συμπερασματικά, εκτός της πρόληψης, που είναι και το κυρίαρχο θέμα στην αποφυγή των γυναικείων αθλητικών κακώσεων και συνίστανται στην καλή γνώση τόσο των προπονητών όσο και των ιδίων των αθλητριών για τις διαφορές και ιδιαιτερότητες του γυναικείου οργανισμού, πρέπει και οι Αθλίατροι να κατέχουν εις βάθος όλα τα προαναγραφόμενα, για την σωστή καθοδήγηση και θεραπεία (χειρουργική ή συντηρητική αντιμετώπιση) της γυναικείας αθλητικής παθολογίας!

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Gómez-Bruton, A., Matute-Llorente, Á., González-Agüero, A. et al. Plyometric exercise and bone health in children and adolescents: a systematic review. World J Pediatr 13, 112–121 (2017). https://doi.org/10.1007/s12519-016-0076-0
  2. Lievens, M., Bourgois, J. G., & Boone, J. (2019). Periodization of Plyometrics. Journal of Strength and Conditioning Research, 1. doi:10.1519/jsc.0000000000003231
  3. Moran J, Ramirez-Campillo R, Liew B, Chaabene H, Behm DG, García-Hermoso A, Izquierdo M, Granacher U. Effects of Vertically and Horizontally Orientated Plyometric Training on Physical Performance: A Meta-analytical Comparison. Sports Med. 2021 Jan;51(1):65-79. doi: 10.1007/s40279-020-01340-6. PMID: 32897526.
  4. Pardos-Mainer E, Lozano D, Torrontegui-Duarte M, Cartón-Llorente A, Roso-Moliner A. Effects of Strength vs. Plyometric Training Programs on Vertical Jumping, Linear Sprint and Change of Direction Speed Performance in Female Soccer Players: A Systematic Review and Meta-Analysis. International Journal of Environmental Research and Public Health. 2021; 18(2):401. https://doi.org/10.3390/ijerph18020401
  5. Vetrovsky T, Steffl M, Stastny P, Tufano JJ. The Efficacy and Safety of Lower-Limb Plyometric Training in Older Adults: A Systematic Review. Sports Med. 2019 Jan;49(1):113-131. doi: 10.1007/s40279-018-1018-x. PMID: 30387072; PMCID: PMC6349785.
  6. Healy, Robin1,2; Kenny, Ian C.1,2; Harrison, Andrew J.1,2 Resistance Training Practices of Sprint Coaches, Journal of Strength and Conditioning Research: July 2021 – Volume 35 – Issue 7 – p 1939-1948 doi: 10.1519/JSC.0000000000002992
  7. Komi PV et al. EMG activity of the leg extensor muscles with special reference to mechanical efficiency in concentric and eccentric exercise. Int J Sports Med. 1987 Mar;8 Suppl 1:22-9.
  8. Miyaguchi K et al. Gender difference in ability using this stretch-shortening cycle in the upper extremities. J Strength Cond Res. 2009 Jan;23(1):231-6.
  9. Flanagan SD et al. The relationship between muscle action and repetition maximum on the squat and bench press in men and women. J Strength Cond Res. 2014 Sep;28(9):2437-42.