ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ

ΓΕΝΙΚΑ:

 

Το στρες σύμφωνα με τον Φρόυντ, θεωρείται αποτέλεσμα μεταλλαγής της λιμπιντικής ενέργειας. Αργότερα υποστηρίχτηκε πως η εκδήλωση του άγχους γίνεται λόγω της αποτυχημένης προσπάθειας απώθησης και δόμησης νευρωσικών συμπτωμάτων.

Τα συμπτώματα της εκδήλωσης του άγχους, ποικίλλουν ανάλογα με την πηγή προέλευσής του, τις γενετικές προδιαγραφές (“γενετικό κώδικα”-κληρονομικές καταβολές) του κάθε ατόμου, την ιδιοσυγκρασία του και τον προσωπικό τρόπο αντίδραςής του στις διάφορες στρεσογόνες καταστάσεις.

 Το σώμα μας έχει αρκετή ενέργεια και πόρους για να διαθέσει σε κάθε στρεσογόνα κατάσταση που επέρχεται. ⠀

Αυτό περιλαμβάνει τα πάντα, από το κοινωνικό άγχος, το ψυχολογικό άγχος, το σωματικό άγχος και τη ζωή γενικά. ⠀

Όλες αυτές οι ”πιέσεις” προστίθενται και όταν αυξηθούν αρκετά, μπορούμε να κάνουμε μόνο ένα από τα δύο πράγματα για να ενισχύσουμε τους ενεργητικούς μας πόρους. ⠀

Πρώτον να μειώσουμε το άγχος που επιβάλλουμε στο σώμα μας. Με αυτόν τον τρόπο αξιοποιούμε στο έπακρο τους πόρους που έχουμε ήδη. ⠀

Δεύτερον, μπορούμε να αυξήσουμε την προσαρμοστική μας ικανότητα αυξάνοντας/βελτιώνοντας τον ύπνο μας και φροντίζοντας να έχουμε τη σωστή διατροφή. ⠀

Και οι δύο αυτοί παράγοντες, ο μετριασμός του άγχους και η αύξηση των ενεργειακών πόρων, είναι εξαιρετικά σημαντικοί για να αξιοποιήσουμε στο έπακρο την προπόνησή μας. ⠀

Δεν πρέπει να υπολογίζουμε την προπόνηση ως κάτι που μεμονωμένο. Όλα όσα κάνουμε στη καθημερινότητα μας είναι αλληλένδετα και ό,τι κάνουμε εκτός της προπόνησης μπορούν είτε να βοηθήσουν είτε να εμποδίσουν την προπονητική διαδικασία/προσαρμογή/ανάρρωση. ⠀

Η επαρκής ημερήσια πρόσληψη πρωτεΐνης έχει αποδειχθεί ότι είναι ένας από τους κρίσιμους παράγοντες που βοηθούν στην προστασία από εξωτερικούς στρεσογόνους παράγοντες, όπως όταν μειώνουμε τις θερμίδες. ⠀

Εν ολίγοις, πρέπει να κάνουμε ό,τι είναι αναγκαίο (επαρκής πρόληψη θερμίδων, μικρο/μακροστοιχείων, επαρκή κατανάλωση νερού, απαιτούμενες διατάσεις, σωστό ζέσταμα και αποθεραπεία, 7-8 ώρες ποιοτικού ύπνου, αποφυγή αλκοολ κ.α.) για να δώσουμε στο σώμα μας τις δυνατότητες να προσαρμόζεται και να αποδιδει στο βέλτιστο επίπεδο.

 

ΠΡΟΠΟΝΗΤΙΚΑ:

 

Από τις έρευνες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, ξέρουμε ότι η προσαρμοστική ικανότητα στο όποιο προπονητικό ερέθισμα, έχει σχέση με την τροποποίηση που προκαλείται από τις επαναλήψεις και την ένταση των καθημερινών ασκήσεων, οι οποίες είναι ειδικές για τις κινήσεις που εκτελούνται (Edington και Edgerton, 1976). Αυτές οι προσαρμογές έχουν σχέση με το γεγονός ότι το ανθρώπινο μυϊκό σύστημα, είναι ένας ειδικός ιστός, ο οποίος μετατρέπει όλη την λειτουργική του ικανότητα, αντιδρώντας στην τακτική άσκηση με μεγάλα φορτία (McDonagh, Davies, 1984).

 Οι παραπάνω παρατηρήσεις συμπεραίνουν, ότι οι ασκήσεις με αντίσταση μπορούν να προκαλέσουν ενισχυμένη μυϊκή απόδοση. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι ενδομυϊκές προσαρμογές που τελικά αλλάζουν τον ίδιο τον μύ, αποτελούν το σπουδαίο αποτέλεσμα που προκαλεί η προπόνηση με αντιστάσεις. (Sale, 1988, Behm, 1995).

Στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις στις προπονήσεις δύναμης, δείχνουν επίδραση τόσο από νευρογενείς, όσο και από μυογενείς παράγοντες (Moritani, De Vries, 1979). Η προσαρμογή των νεύρων είναι οι πρώτες αλλαγές που συμβαίνουν στους μύες (στους αρχάριους έως 50%), επιτρέποντας την αύξηση της δύναμης και της ισχύος τους στα πρώτα στάδια του προγράμματος άσκησης με αντίσταση, χωρίς να έχει επέλθει ακόμα η αύξηση στην εγκάρσια τομή στην γαστέρα των μυών (Behm, 1995, Costill, 1979).

Έχει επίσης αποδειχθεί, ότι οι ειδικές προσαρμογές που συμβαίνουν είναι εξαρτώμενες από το πρόγραμμα προπόνησης που έχει εφαρμοστεί (Sale, McDougall, 1981).

Η προπόνηση δύναμης λοιπόν, μπορεί να θεωρηθεί ως προπονητικό ερέθισμα το οποίο προκαλεί ειδικές προσαρμογές στον ανθρώπινο μυiκό σκελετό και εξαρτάται από το πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται στην προπόνηση. Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα της προπόνησης δύναμης, έχουν υπογραμμιστεί από πολλούς συγγραφείς ερευνητές (Sale 1988, Behm 1995, Morrisey 1995, Bandy 1990) και η ταχύτητα των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων έχει υπογραμμιστεί ως το πιο ενδιαφέρον αποτέλεσμα των προγραμμάτων άσκησης αντοχής. Όμως, ακόμα και αν οι μηχανισμοί που επιδρούν στην ταχύτητα των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων δεν έχει καθαρά προσδιοριστεί, πιο μεγάλη προσοχή έχει δοθεί στην προσαρμογή των νεύρων όπως, τον βελτιωμένο συντονισμό, την αυξημένη κινητικότητα των κυρίων κινητικών μυών (Moritani, De Vries, 1979), την ενδομυϊκή συναρμογή και τον συγχρονισμό.

Αφήστε μια απάντηση